Καλλιτέχνες
ONLINE ΚΡΑΤΗΣΗ

Κωνσταντίνος Κομνηνός

Oρθολογικότητα και «ουσιώδης αβεβαιότητα»

komninos photo

Aπό τα πρώτα κιόλας έργα που εξέθεσε στο κοινό ο Κώστας Κομνηνός στη δεκαετία του ’90, νεαρός ακόμη φοιτητής και κατόπιν απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης, έκανε εντύπωση το στοίχημα που φαινόταν να έχει βάλει με την παραστατική τέχνη. Και μάλιστα, φαινόταν ότι δε φοβόταν να αναμετρηθεί με την παραδοσιακή της θεματολογία, όπως είναι το τοπίο και η ανθρώπινη μορφή. Το στοίχημα ήταν να ‘μιλήσει’ γι’ αυτήν τη γνωστή και σε όλους τόσο οικεία θεματολογία με τρόπο που, χωρίς να είναι ριζοσπαστικά καινοτόμος, να μην γίνεται κοινότοπος. Εντύπωση επίσης έκανε η αρχιτεκτονική οργάνωση των συνθέσεών του, η δυναμική της γραμμής του και η λιτότητα της αφήγησης, στοιχεία που έκτοτε αποτελούν τα βασικά γνωρίσματα της δουλειάς του. Έχει κανείς την αίσθηση ότι ο καλλιτέχνης σκέφτεται ορθολογικά, με άξονες και σχήματα κυρίως, και λιγότερο με χρώματα. Αυτός είναι ο τρόπος του να αντιλαμβάνεται τον κόσμο, αυτός είναι ο τρόπος του να ‘βλέπει’.

Όσον αφορά στο τοπίο, η προσοχή του εστιάζεται στο δομημένο περιβάλλον και ιδιαίτερα στον αστικό χώρο. Αν ο θεατής γνωρίζει την περιοχή, στα έργα του Κομνηνού την αναγνωρίζει εύκολα. Ο καλλιτέχνης δεν κάνει τίποτα για να δυσκολέψει τον αποδέκτη της τέχνης του. Δεν επιδιώκει όμως κιόλας να του παραδώσει ‘μασημένη τροφή’. Με βλέμμα σημερινό, αναδημιουργεί το χώρο που ίσως κάποιοι γνωρίζουμε. Συχνά πρόκειται για το Βόλο, κάποτε για την Αθήνα. Ξαναπροτείνει το ήδη γνωστό και οικείο, αφαιρώντας του τα περιττά, κρατώντας τα ουσιώδη, δηλαδή ό,τι το καθιστά κατ’ ουσίαν αναγνωρίσιμο.

Παρατηρεί κανείς την ορθολογική διάταξη της εικόνας βάσει μιας ποικιλίας εμφανών τεμνόμενων αξόνων, την απουσία συναισθηματισμού, τη φειδώ στο χρώμα. Η αυστηρότητα και η αυτοκυριαρχία του ρυθμού των γραμμών στήνουν το στέρεο ‘μαθηματικό’  αποτέλεσμα, καθώς τα επίπεδα αποκτούν όγκο και ισορροπούν μεταξύ τους. Η γεωμετρία και η στερεομετρία μπαίνουν κυρίαρχες στο παιχνίδι και το φλερτ με τον κυβισμό γίνεται ενδιαφέρον, καθώς επιχειρείται η ανάδειξη της δυναμικής του χώρου και της στιγμής. Τα σχήματα μοιάζουν να μαγνητίζουν το ένα το άλλο και να συνενώνονται για τη διαμόρφωση του τελικού σχεδίου.

Αυτή η αίσθηση της μαγνητικής έλξης, συνδυασμένη με τη μελέτη της προοπτικής και των πολλαπλών σημείων φυγής, δημιουργεί την κίνηση μέσα στον εικαστικό χώρο. Κάποτε ολόκληρη η πόλη μοιάζει να απογειώνεται ή να αιωρείται. Ενώ το θέμα μπορεί να είναι στατικό, π.χ. η πανοραμική άποψη της πόλης, η ρήση του Ηράκλειτου, του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου από την Έφεσο, έρχεται στο μυαλό: «Ποταμώ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ». Η συνένωση μπορεί να είναι προσωρινή· μπορεί να φαίνεται άρρηκτη, αλλά να μην είναι. Οι γραμμές και τα επίπεδα μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να αναδιαταχθούν προς ένα εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα, αν η έλξη για κάποιο λόγο χαλαρώσει, οι άξονες μετατοπιστούν ή η προοπτική διαφοροποιηθεί. Σαν τα τραπουλόχαρτα του ταχυδακτυλουργού. Η τάξη του κόσμου αναπαραστήθηκε όπως υπήρξε μια στιγμή και δε θα είναι ποτέ ξανά. Κάθε φορά πρέπει να αναπαριστάνεται από την αρχή. Όχι μόνο από τον καλλιτέχνη αλλά και από τον θεατή σε κάθε νέα θέαση, γιατί ποτέ δε θα ξαναδεί ακριβώς το ίδιο μπροστά στα μάτια του.

Ακόμη και όταν το θέμα μοιάζει πολύ σταθερό, μια ακολουθία από πολυκατοικίες για παράδειγμα, η αίσθηση της ροής και της δυνατότητας της αλλαγής δε σταματά. Ίσως γιατί η γραμμή δεν είναι τίποτε άλλο από μια ροή σημείων. Είναι αυτή η αίσθηση που στα ιμπρεσιονιστικής έμπνευσης έργα προκαλείται με τον κατάλληλο χειρισμό του φωτός. Για τον Κομνηνό, που φαίνεται να έχει αφομοιώσει τα διδάγματα του κυβισμού, χωρίς να έχει εγκλωβιστεί σ’ αυτά, παρόμοιο αποτέλεσμα πετυχαίνεται με τον επιδέξιο χειρισμό της γραμμής. Ένα σύστημα μεταβλητών είναι τα έργα του. Ο ορθολογισμός της οργανωμένης κατασκευής συγκρούεται με το γεγονός ότι τη μεταβολή δεν μπορεί ούτε να ελέγξει ούτε να αιχμαλωτίσει κανείς· και αυτή η σύγκρουση δίνει στα έργά του μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση.

Οι εικόνες των πόλεων όμως δεν αιχμαλωτίζουν το ενδιαφέρον μας μόνο χάρη στην τεχνική της κατασκευής τους. Σ’ αυτές ένα περιβαλλοντικό σχόλιο του καλλιτέχνη κατατίθεται με καθαρότητα και σαφήνεια, γιατί είναι βιωματικό. Ο Κομνηνός στέκεται συχνά και ατενίζει την πόλη απ’ έξω, από ψηλά. Μας τη δείχνει τότε σαν μια συσσώρευση ‘κουτιών’, απ’ όπου το πράσινο, η φύση έχει εξοριστεί. Φτάνει μέχρι τις παρυφές της και μετά την καταπίνει το τσιμέντο. Είναι η γραμμή όπου το πράσινο δίνει τη θέση του στο υπόλευκο. Έτσι ο χαρακτήρας της πόλης φαίνεται να συγκροτείται από τη γεωγραφική της θέση και από τα στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου (θάλασσα, βουνό, δάσος, λόφος, λιμάνι), αφού η ίδια στερείται χαρακτήρα. Πόλεις χωρίς ιδιότητες. «Η όψη που παρουσιάζουν οι πολιτείες σας κάνουν κακό στα μάτια του ερυθρόδερμου», σχολίασε προφητικά εδώ και ενάμιση αιώνα εκείνος ο σοφός Ινδιάνος Σιάτλ· και δεν είχε δει τίποτα ακόμη τότε. Ο Κομνηνός, που είχε την τύχη να μεγαλώσει στη Ζαγορά, ένα χωριό μέσα στην πανέμορφη φύση του Πηλίου, φαίνεται να συμμερίζεται σε κάποιο βαθμό την άποψη αυτή.

Και όμως, αυτή την πόλη την αγαπάει. Υποκύπτει στη γοητεία αυτής της καθ’ ύψος στιβαγμένης ανωνυμίας και ιδιωτικότητας, που πνίγει το δημόσιο χώρο. Τα μάτια του, αν και πληγωμένα, την αγκαλιάζουν με έναν ποιητικό τρόπο, υιοθετώντας κάποτε μια παιδική προσέγγιση. Σε κάποιο έργο εισάγει κι ένα παιδικό σχέδιο, λες η παιδική αθωότητα μπορεί να δώσει χρώμα στο άχρωμο και να ανασύρουν παιχνιδιάρικα στην επιφάνεια την ανθρώπινη μορφή μέσα από το άμορφο. Τότε ένα γενναιόδωρο κόκκινο βάφει τα πάντα σπάζοντας την ομοιομορφία. Αλλού η τεχνική του του επιτρέπει να δημιουργεί θαυμάσια ατμοσφαιρικά νυχτερινά, στα οποία το μαύρο κρύβει τις ασχήμιες και το φεγγαρόφωτο τις εξωραΐζει, ενώ τα φωτισμένα με ηλεκτρικό φως παράθυρα των πολυκατοικιών σαν παράξενα λαμπερά τετράγωνα ουράνια σώματα αιωρούνται στο σκοτάδι κατεβάζοντας έναν παράξενο ‘έναστρο’ ουρανό στη γη. Είναι από τις φορές που ο καλλιτέχνης υποχωρεί σε κάποιο συναισθηματισμό –που όμως δε θυμίζει καθόλου παραδοσιακό ρομαντισμό. Ένας ρομαντισμός πιο παραδοσιακού τύπου, εννοώ με τη μελαγχολία του και τη νοσταλγία του προς ένα παρελθόν χαμένο ανεπιστρεπτί, διατρέχει απροσδόκητα την ομάδα έργων του Κομνηνού που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ‘βιομηχανικά’. Αυτά είτε γιατί λείπει η ανθρώπινη παρουσία με αποτέλεσμα να υποβάλλουν την αίσθηση μιας πιθανής εγκατάλειψης είτε γιατί οι χώροι παραπέμπουν σε μια παλιά προβιομηχανική ή πρώτη βιομηχανική εποχή, που σήμερα φαντάζει φιλική, σε συνδυασμό με τη σκούρα λιτή χρωματική γκάμα και το μισόφωτο που επικρατεί, εκπέμπουν μια έντονη νοσταλγικότητα και μια μελαγχολία και προδίδουν με σαφέστερο τρόπο μια ευαισθησία επιμελώς συγκεκαλυμμένη από την αυστηρότητα της οργάνωσης του σχεδίου. Το φως, που γλιστρά μαλακά μέσα στους εσωτερικούς χώρους, δίνει μια ιμπρεσιονιστική ατμόσφαιρα.

Η ανθρώπινη μορφή σε γενικές γραμμές είναι απούσα από τα έργα στα οποία δεν αποτελεί το κεντρικό θέμα. Ο άνθρωπος μοιάζει να έχει δραπετεύσει από την ίδια του την πρόοδο. Ωστόσο τα έργα του Κομνηνού παραμένουν ανθρωποκεντρικά στο βαθμό που θεματικά εστιάζονται στα δημιουργήματα του ανθρώπου, στο βαθμό δηλαδή που ό,τι παριστανέται προϋποθέτει την ανθρώπινη παρουσία (Θυμίζω τη θεματική: πόλη, λιμάνι, εργοστάσιο, βαγόνι τρένου.) Ακόμη και στην περίπτωση των έργων με τα μοναχικά δέντρα παρατηρούμε τα τραπεζάκια από κάτω και κάποιες ελάχιστες φιγούρες δυσδιάκριτες στο φόντο. Το δέντρο, γεμάτο εσωτερική δύναμη και κίνηση, αποκτά ιερότητα χάρη στη μοναχικότητα, την καρτερικότητα και το εγγενές μεγαλείο του, αλλά ίσως και χάρη στην ανεπίγνωστη και ανιδιοτελή προστασία που μοιάζει να προσφέρει στον άνθρωπο. Από την άλλη, υπάρχουν πίνακες που κυριαρχούνται από την ανθρώπινη μορφή. Εκεί το πρόσωπο ‘σκάβεται’ με έναν εξπρεσιονιστικό τρόπο, σαν για να διεισδύσει ο καλλιτέχνης στο εσωτερικό του. Αποδομείται και ό,τι μένει είναι ένα σύστημα από γυμνές ‘σκαλωσιές’, πάνω στο οποίο θα μπορούσε αυτό να αναδομηθεί.

Ο ρομαντισμός, αποκλεισμένος ως συναισθηματική υπερβολή, ενυπάρχει ως φιλοσοφική προσέγγιση της τέχνης σ’ αυτά τα έργα που μοιάζουν ημιτελή. Κάποιες περιοχές τους πολύ γεμάτες και δουλεμένες, κάποιες άλλες άδειες σαν ξεχασμένες από τον καλλιτέχνη. Οι ‘σκαλωσιές’ δεν ‘ξηλώνονται’ στο τέλος, για να μείνει ανοιχτή και προφανής στο θεατή η διαδικασία κατασκευής. Έχει κανείς την αίσθηση αυτής της τέχνης που ο καθηγητής, ποιητής και φιλόσοφος Στέφανος Ροζάνης αποκαλεί «καταδικασμένη να βιώνει την (1) ύπαρξή της μέσα στην αποσπασματικότητα», αυτής της τέχνης που προέκυψε με το ρομαντισμό. Η αναζήτηση του πλήρους και του τέλειου της εικόνας είναι εκ δεδομένου μάταιη, αφού αυτή δεν είναι ποτέ απλή αλλά εμπεριέχει μια πληθώρα μορφών και είναι αδύνατον να αποδοθεί ολοκληρωμένα. «Δεν έχω μεγάλη ιδέα για τα έργα για τα οποία είσαι σίγουρος ότι καλά ή κακά θα αποτελειώσεις. Τους λείπει η ουσιώσης (2) αβεβαιότητα», έχει γράψει ο ποιητής και φιλόσοφος Πολ Βαλερί. Και είναι αυτή ακριβώς η «ουσιώδης αβεβαιότητα» που κάνει τους πίνακες του Κομνηνού τόσο γοητευτικούς, είναι η χαραμάδα από όπου εισδύει η συγκίνηση. Ο Ηράκλειτος μας κλείνει βέβαια και πάλι το μάτι μέσα από το βάθος των αιώνων.

Θα ήταν λάθος αν με όσα είπαμε ως εδώ θεωρήσει κανείς ότι εξαντλήσαμε το έργο του Κομνηνού. Γιατί ο καλλιτέχνης δεν περιορίζει τις εκφραστικές του δυνατότητες στο όνομα καμιάς τεχνοτροπίας και καμιάς προειλημμένης αντίληψης για την τέχνη. Μιλήσαμε στην αρχή για στοίχημα με την παρασταστική τέχνη. Δεν μένει όμως μόνο στην ανασύσταση και στο σχολιασμό του ορατού, υιοθετώντας μόνιμα μια ρεαλιστική προσέγγιση. Συχνά επιχειρεί να αποδώσει και αφηρημένα θέματα, μια κατάσταση, μια έννοια, μια ‘ενέργεια’, όπως ο πόλεμος, η μητρότητα, η απόγνωση, η απελπισία, η εξάρτηση, μια εσωτερική στιγμή. Τότε υποχωρεί βέβαια και η παραστατικότητα δίνοντας τη θέση της σε περισσότερο ή λιγότερο αφαιρετικές προτάσεις. Τότε προέχει η έντονη πνευματική προσπάθεια για τη σύλληψη και οπτική απόδοση αυτού του κάτι αόρατου με φόρμες επινοημένες και προσωπικές. Μιλήσαμε για χρωματική φειδώ. Ο καλλιτέχνης όμως δεν αποκλείει το χρωματικό πλούτο και την ένταση από την παλέτα του. Σε κάποια έργα του θα συναντήσουμε μια πολύ πλούσια χρωματική και τονική ποικιλία και ένα στροβίλισμα χρωματικό που θυμίζει Βαν Γκογκ. Όπως επίσης θα συναντήσουμε τη διαφάνεια και τη λεπτότητα της ακουαρέλας δίπλα στην πυκνή υφή του λαδιού. Μιλήσαμε για έργα ‘ημιτελή’. Αλλού όμως δε διστάζει να τα ολοκληρώσει ‘γεμίζοντας’ κάθε τους άκρη, με έναν δικό του τρόπο, που μοιάζει με παζλ όπου τα κομμάτια μπορούν και να μετακινηθούν. Μιλήσαμε για τη βασική του σύγχρονη θεματολογία. Κι όμως δε λείπουν και μυθολογικά θέματα, το μυθικό πλοίο Αργώ ή ο τιτάνας και η τιτανομαχία.

Στο έργο του Κώστα Κομνηνού συναντιέται χωρίς προκαταλήψεις και συμπλέγματα όλος ο 20 αιώνας. Διαπιστώνεται η αφομοιωμένη γνώση και η απενοχοποιημένη εξοικείωση με μια μακρά εικαστική παράδοση. Δεν υπάρχουν έμμονες ιδέες. Εκλεκτισμός; Πριν λίγες δεκαετίες κάτι τέτοιο θα ηχούσε σαν μομφή. Ευτυχώς, στον 21 αιώνα οι εμμονές δεν περνάνε πλέον για προτέρημα. Τώρα, που σχεδόν όλα έχουν πια ειπωθεί και προταθεί, συνειδητοποιούμε ότι σημασία δεν έχει πια η θεωρητική ‘ορθοδοξία’, αλλά η ικανότητα ενός καλλιτέχνη να παράγει μηνύματα διαυγή χωρίς να γίνεται πληκτικός και κοινότοπος.

Σημασία έχει να δημιουργεί χωρίς να διαταράσσεται η επικοινωνία του με το δέκτη. Η γραφή του Κομνηνού, όσο κι αν διαφοροποιείται από έργο σε έργο, διατηρεί έντονη προσωπική σφραγίδα, γιατί πηγάζει από μια διανοητική δύναμη και σταθερότητα. Χάρη σ’ αυτή τη δύναμη ο Κομνηνός ανάγει τον συνδυασμό ορθολογικού σχεδιασμού και «ουσιώδους αβεβαιότητας» στο πιο προσωπικό, ελκυστικό και ισχυρό στοιχείο της ζωγραφικής του.

Βέρα Βασαρδάνη.

 

 

View some of his work